ολντυρντώ
(ρ.)
Υποτ.
ο̈λντϋρντίσω
[øldyrˈdiso]
Τελμ.
Από το τουρκ. ρ. öldürmek = α) σκοτώνω, δολοφονώ β) εκτελώ, θανατώνω γ) αφανίζω, ξεπαστρεύω.
Σκοτώνω
:
Εσένα σαλντούν σε σα τεχλικαλι̂́δια σα τόπους, να σε öλντϋρντίσουν
(Εσένα σε στέλνουν στους επικίνδυνους τόπους, για να σε σκοτώσουν)
Τελμ.
-Dawk.
Συνών.
γκεμπερτώ, σκοτώνω :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025