ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νισμπέτι (ουσ. ουδ.) νισμπέτι [nisʹbeti] Φάρασ. νισπέτι [niʹspeti] Φάρασ. νιζπέτι [nizʹpeti] Αφσάρ. Νεότ. ουσ. νισπέτι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. nisbet = α) σχέση β) αναλογία γ) σύγκριση δ) μνησίκακη πράξη.
1. Διαφορά, διαμάχη : ''γω σως αρέ ντάμα σας είχα νισμπέτι γιά, απιδέ στέρου αφ αγαπέμεστε (Εγώ ως τώρα είχα μαζί σας διαφορά, από δώ και ύστερα ας αγαπηθούμε πάλι) -Θεοδ.Παραδ.
2. Κακολογία, κουτσομπολιό
3. Πείσμα
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026