εφτάκατο
(αριθμ.)
οφτάκατο
[οʹftakato]
Φάρασ.
Από τα αριθμ. εφτά, όπου και τύπ. οφτά, και εκατό.
Εφτακόσια
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026