παρλούς
(επίθ.)
παρλούς
[parˈlus]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. parıl και συχνά με αναδιπλ. parıl parıl = ‘πολύ λαμπερός’ (Nişanyan 2002-2022, λ. parıl, Tietze 2018, λ. parıl parıl).
Αστραφτερός
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025