ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παρπαρετίζω (ρ.) Αόρ. παρπαρέτ’σα [parpaˈretsa] Αξ. Από την τουρκ. φρ. par par etmek = λάμπω, ακτινοβολώ και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
Λάμπω, ακτινοβολώ Αξ. : Τράν’σαν ένα π'σίκα, ούλα αλτίνια παρπαρέτ’σαν (Είδαν μιά γάτα, έλαμπε σαν (να ήταν) όλο χρυσάφια) Αξ. -Dawk. Συνών. γουμπίζω, παρλαντίζω, σαφτίζω :5
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025