ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παρτσείκκο (επίρρ.) παρτσ̑είκκο [parˈtʃiko] Φάρασ. παρ'τζ̑είκκο [parˈdʒiko] Φάρασ. Από το επίρρ. παρτσ̑εί (< μεσν. παρέκει < μεταγν. παρεκεῖ = εκεί κοντά) με αποβολή του [e] και την προσθήκη του υποκορ. επίθμ. -ίκκο.
Λίγο εκεί κοντά : Πο παρτσ̑είκκο (Λίγο εκεί κοντά σε αυτό το μέρος) Φάρασ. -Dawk.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025