παρτσά
(ουσ. ουδ.)
παρτσ̑ά
[parˈtʃa]
Αξ., Μαλακ., Σίλατ., Σίλ., Τροχ., Φλογ.
Αρσ.
π͑αρτσ̑άς
[pʰarˈtʃas]
Φάρασ.
Πληθ.
π͑αρτσάδια
[parˈtsaðʝa]
Φλογ.
π͑αρτσ̑άγια
[pʰarˈtʃaʝa]
Αξ.
παρτσ̑άιγια
[parˈtʃaiʝa]
Αξ.
παρτσ̑άρια
[parˈtʃarʝa]
Αραβαν.
πουρτσ̑ίμια
[purˈtʃimɲa]
Φλογ.
Μεσν. ουσ. παρτζάς = κουρέλι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. parça = α) κομμάτι β) απόσπασμα γ) μερίδα.
1. Κομμάτι
ό.π.τ.
:
Ένα παρτσ̑ά τσ̑υρί
(Ένα κομμάτι τυρί)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Ύστερα τράν'σανε, σο qουργούρι τ' εχ̇' ένα παρτσ̑ά μήλο
(μετά είδαν στον λαιμό της, έχει ένα κομμάτι μήλο)
Σίλατ.
-Dawk.
Πσ̑άσεν το ασλάν ας τ’ ορταλίχ· bοίκεν ντο ντύο παρτσ̑άιγια
(Έπιασε το λιοντάρι από την μέση· το έσκισε σε δύο κομμάτια)
Αξ.
-Dawk.
Έdεσαν τα ερυό τετέρες, γοσ̑τούρ'σαν τα σα βορντώνια κι έσ̑κισαν τα σ' ερυό παρτσ̑άρια
(Έδεσαν τις δύο θείες στα μουλάρια, τα έβαλαν να τρέξουν και τις έσκισαν σε δύο κομμάτια)
Αραβαν.
-Φωστ.
Έγινε πουρτσ̑ίμια
(Έγινε θρύψαλα)
Φλογ.
-Dawk.
Δώσ’ με ένα παρτσ̑ά τυρί
(Δώσ' μου ένα κομμάτι τυρί)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
|| Φρ.
Να φας τα π͑αρτσάδια σ'
(Να φας τα κομμάτια σου˙ αρά)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
Συνών.
κόμμα, μπελίκι :2
2. Ως επίρρ., με αναδιπλ., λίγο λίγο, κομματιαστά, με δυσκολία
Μισθ.
:
Παίρου σολούχ' μπιάρτσ̑α μπιάρτσ̑α
(Παίρνω γρήγορες αναπνοές)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025