παρτάλι
(ουσ. ουδ.)
παρτάλι
[parˈtali]
Σινασσ.
Από το τουρκ. partal = κουρέλι. Η λ. σε πολλά ν.ε. ιδιώμ.
Τροποποιήθηκε: 18/03/2026