ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παρλαντίζω (ρ.) παρλαdίζω [parlaˈdɯzo] Αραβαν., Μαλακ., Τελμ. π͑αρλαdίζω [pʰarlaˈdɯzo] Αξ. παρλατίζω [parlaˈtizo] Αφσάρ., Σινασσ., Φάρασ. π͑αρλατίζω [pʰarlaˈtizo] Φάρασ. π͑αλ-λατίζω [pʰallaˈtizo] Φάρασ. παρλαΐζου [parlaˈizu] Μισθ. παρλαdώ [parlaˈdo] Φερτάκ. παρλαdού [parlaˈdu] Ουλαγ. π͑αρλατώ [pʰarlaˈto] Σινασσ., Φάρασ., Φλογ. Νεότ. ρ. παρλαντίζω, το οπ. από το τουρκ. ρ. parlamak και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Οι τύπ. σε και -ού με μεταπλασμ. κατά τα ρ. σε > -ού. Πβ. ποντ. παρλαεύω.
Αμτβ., γυαλίζω, λάμπω, λαμποκοπώ ό.π.τ. : Το βραδύ παρλατίζει ο μαγαράς (Το βράδυ λάμπει η σπηλιά) Αφσάρ. -Dawk. Ράν’σεν σο ντενgίσ̑’, ‘αν ντο έλιο παρλάdιζεν (Κοίταξε την λίμνη, σαν το ήλιο έλαμπε) Τελμ. -Dawk. Αμ μπεις τα φορ’σ̑ές του, παρλάdιζαν (αν πεις τα ρούχα του, έλαμπαν) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. || Ασμ. Τσάπου σε αγκτιένι είσι χαζίρι, τις τουσμάνοι φταίνεις τα ταζίρι,
σο άβγκο σου πάνω το θηκάρι παρλατίζει
(Όπου σε φωνάζουν είσαι έτοιμος, τους εχθρούς τους τιμωρείςπάνω στο άλογό σου το θηκάρι λάμπει
(για τον Αγ. Γεώργιο))
Φάρασ. -Ιορδαν.
Συνών. γουμπίζω, παρπαρετίζω, σαφτίζω
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025