παραψημένος
(επίθ.)
παραψημένο
[paraˈpsimeno]
Μαλακ.
παραψ̑ημένο
[paraˈpʃimeno]
Φλογ.
Μτχ. του νεότ. ρ. παραψήνομαι (Λεξ. Σομ.).
Καλοψημένος
Φλογ.
β.
Ψωμί ψημένο παραπάνω από το κανονικό
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025