παρατσικνίζω
(ρ.)
παρατσικνίζω
[paratsiˈknizo]
Φάρασ.
Παρατατ.
παρατσικνίσ̑κα
[paratsiˈkniʃka]
Φάρασ.
Από το πρόθμ. παρα- και το ρ. τσικνίζω.
1. Καπνίζω κάποιον, καίγοντας βάγια
:
Μο τα βάϊα που παίρναμ’ του Βαϊού, σαμού πονείνκ’ α νομάτ’, παρατσικνίσ̑καμ’ ντα να 'ινεί κα
(Με τα βάγια που παίρναμε των Βαΐων, όταν κάποιος πονούσε, τον καπνίζαμε να γι καλά)
Φάρασ.
-Λουκ.Πετρ.
2. Εκθέτω κάτι σε καπνό, το κάνω καπνιστό
Συνών.
καβουρντίζω :3
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025