ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παρατσικνίζω (ρ.) παρατσικνίζω [paratsiˈknizo] Φάρασ. Παρατατ. παρατσικνίσ̑κα [paratsiˈkniʃka] Φάρασ. Από το πρόθμ. παρα- και το ρ. τσικνίζω.
1. Καπνίζω κάποιον, καίγοντας βάγια : Μο τα βάϊα που παίρναμ’ του Βαϊού, σαμού πονείνκ’ α νομάτ’, παρατσικνίσ̑καμ’ ντα να 'ινεί κα (Με τα βάγια που παίρναμε των Βαΐων, όταν κάποιος πονούσε, τον καπνίζαμε να γι καλά) Φάρασ. -Λουκ.Πετρ.
2. Εκθέτω κάτι σε καπνό, το κάνω καπνιστό Συνών. καβουρντίζω :3
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025