παραφόρτωμα ( ρ.
)
παραφόρτουμα
[paraˈfortuma]
Μισθ.
Πληθ.
παραφoρτούματα
[paraforˈtumata]
Μισθ.
...
παραφορτώνω
(ρ.)
παραφορτώνου
[paraforˈtonu]
Μισθ.
Παρατατ.
παραφόρτωνα
[paraˈfortona]
Μισθ.
Από το μεσν. ρ. παραφορτώνω.
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025