παραστιά
(ουσ. θηλ.)
παραστιά
[parasˈtça]
Σινασσ., Φάρασ.
Από το νεότ. ουσ. παραστιά, το οπ. από μεσν. ουσ. παραστία και παρεστία (< αρχ. επίθ. παρέστιος).
Ο χώρος κοντά στην φωτιά
Συνών.
παρακαμίνα :1
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025