παρατσικνώνω
(ρ.)
παρατσ̑ικνώνω
[paratʃiˈknono]
Αξ.
Μτχ.
παρατσ̑ικνωμένο
[paratʃiknoˈmeno]
Αξ.
Από το πρόθμ. παρα- και το ρ. τσικνώνω.
1. Είμαι μελαγχολικός
Αξ.
Συνών.
εριντίζω :2, μερακλαντίζω :2, Αντίθ
καρδίζομαι, χαιράζομαι, χαιρινίσκω :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025