ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σαμπαχλαϊνά (επίρρ.) σαbάχλαϊνά [saˈbaxlaina] Τελμ. Aπό το επίρρ. σαμπαχλάγι, όπου και τύπ. σαμπαχλάϊ και τα παραγωγ. επίθμ. -ινός και -α, πβ. και τουρκ. επίρρ. sabahleyin.
Το πρωί : Σαbάχλαϊνά ότσ̑ις κι έρτσ̑' γκαι 'εμώσ̑' το λαήνι, να το πάρω (Το πρωί όποια έρθει και γεμίσει το λαγήνι, θα την παντρευτώ) Τελμ. -Dawk.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026