σαμπαχλαϊνά
(επίρρ.)
σαbάχλαϊνά
[saˈbaxlaina]
Τελμ.
Aπό το επίρρ. σαμπαχλάγι, όπου και τύπ. σαμπαχλάϊ και τα παραγωγ. επίθμ. -ινός και -α, πβ. και τουρκ. επίρρ. sabahleyin.
Το πρωί
:
Σαbάχλαϊνά ότσ̑ις κι έρτσ̑' γκαι 'εμώσ̑' το λαήνι, να το πάρω
(Το πρωί όποια έρθει και γεμίσει το λαγήνι, θα την παντρευτώ)
Τελμ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026