σαμντάνι
(ουσ. ουδ.)
σ̑αμντάν'
[ʃam'dan]
Ανακ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Σινασσ.
σαμντάλ’
[samˈdal']
Μισθ.
σαμτάν'
[samˈtan]
Σινασσ.
σαματάν'
[samaˈtan]
Σινασσ.
Νεότ. ουσ. σαμντάνι (πβ. Καλλίν. Ἐπιστ. 4.3.285 «Καὶ κανδηλέρια ἀπὸ ἕξ, σαμντάνια μεγάλα, τὰ δύο μεγαλύτερα»), το οπ. από το τουρκ. ουσ. şamdan, όπου και διαλεκτ. τύπ. şamdal = κηροπήγιο (Eren 1999, λ. şamdan). Η λ. ήδη μεσν. με τύπ. σαμουντάνιν.
Κηροπήγιο
ό.π.τ.
:
Τα σ̑αμντάνια τις τ' άλλαξε;
(Τα κηροπήγια ποιος τα άλλαξε;)
Ουλαγ.
-Dawk.
Ἠψαμ' και το οτζάχ', ήψαμ' και το σαμτάν'
(Ανάψαμε το τζάκι, ανάψαμε και το κηροπήγιο)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
|| Φρ.
Μπρούντζινα σαμντάνια
(Μπρούντζινα κηροπήγια˙ ειρων., ξανθοί άνδρες ή γυναίκες)
Σινασσ.
-ΚΜΣ-ΚΠ333
Τροποποιήθηκε: 04/06/2026