σελφί
(ουσ. ουδ.)
σελφί
[selˈfi]
Αξ.
τσιφλί
[tsiˈfli]
Αξ.
Πληθ.
σελφίγια
[selˈfiʝa]
Αξ.
σελβίδια
[selˈviðʝa]
Ποτάμ.
σεβλίδια
[seˈvlidʝa]
Ποτάμ.
ζέλφια
[ˈzelfça]
Τελμ.
Από το τουρκ. ουσ. selvi ή servi = κυπαρίσσι, ενίοτε με αηχοπ. [v] > [f].
2. Ειδικότ., εγχώριο είδος λεύκας που προσομοιάζει με κυπαρίσσι, είδος Populus simonii fastigiata
Αξ., Τελμ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026