σενίρι
(ουσ. ουδ.)
σενίρι
[seˈniri]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. senir = κορυφογραμμή (Eren 1999, λ. senir).
Ράχη του βουνού, κορυφογραμμή
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026