σεμπέμπης
(ουσ. αρσ.)
σεbέbης
[seˈbebis]
Σίλ.
σα̈bα̈́πης
[sæˈbæpis]
Μισθ.
Ουδ.
σεbέπι
[seˈbepi]
Σίλ.
Από το τουρκ. (< αραβ.) ουσ. sebeb ή sebep = α) αιτία, λόγος β) τρόπος, μέσον.
1. Αίτιος, υπαίτιος
ό.π.τ.
:
Αυτός άρτουπους σεμπέμπης ’ένηκι αυτό το κιοτουλού
(Αυτός ο άνθρωπος έγινε η αιτία γι’ αυτό το κακό)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
'ένηκα σεμπέμπι κι έβιξα ντεγί
(Έγινα η αιτία του κακού και τον έστειλα εκεί)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ5
Συνών.
άκρα
2. Προστάτης
Μισθ.
:
Ξέβα λίου σα̈bα̈́πης σου τάδε
(Στάσου και λίγο προστάτης στον τάδε)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
σαάμπης :2
Τροποποιήθηκε: 03/09/2025