σάλημα
(ουσ. ουδ.)
σάλημα
['salima]
Σίλ.
Από το ρ. σφαλίζω, όπου και τύπ. σαλώ, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Kλείσιμο, σφάλιγμα
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026