σαλγάμι
(ουσ. ουδ.)
σαλγάμι
[sal'ɣami]
Γούρδ.
σ̑αλγκάμ'
[ʃalˈgam]
Ουλαγ.
σαλκάμ'
[salˈkam]
Φερτάκ.
σ̑αγλάμ'
[ʃaɣˈlam]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. şalgam = γογγύλι, όπου και διαλεκτ. τύπ. şalğam και sağlam. Για τον τύπ. σαλγάμι βλ. και Κορ. Ἄτ. 1.241, Κουκουλές ΒΒΠ 5, 48.
1. Είδος ρεπανιού, γογγύλι
Αξ., Ουλαγ.
2. Πωλητής λαχανικών
Φερτάκ.
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026