σαλαντίζω (II)
(ρ.)
σαλανdίζω
[salan'dizo]
Μαλακ., Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. sallanmak = αιωρούμαι.
Κουνιέμαι πέρα δώθε
ό.π.τ.
:
Ο αραπάς σαμού κάθισι πάνου του, σαλ-λαντίζει κακά
(Το κάρο όταν κάθεσαι πάνω του κουνάει άσχημα)
Φάρασ.
-Ιορδαν.
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025