ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σαλαντίζω (II) (ρ.) σαλανdίζω [salan'dizo] Μαλακ., Φάρασ. Από το τουρκ. ρ. sallanmak = αιωρούμαι.
Κουνιέμαι πέρα δώθε ό.π.τ. : Ο αραπάς σαμού κάθισι πάνου του, σαλ-λαντίζει κακά (Το κάρο όταν κάθεσαι πάνω του κουνάει άσχημα) Φάρασ. -Ιορδαν.
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025