ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σιτσιρατίζω (ρ.) σιτσιραdίζω [sɯtsɯraˈdɯzo] Αξ. σιτσ̑ιρατίζω [sitʃiraˈtizo] Μαλακ., Φάρασ. σιτσιραdού [sɯtsɯraˈdu] Ουλαγ. σιτσ̑ιρατώ [sitʃiraˈto] Σινασσ., Φάρασ., Φλογ. σιτ͑σ̑ιρατώου [sitʰʃiraˈtou] Φάρασ. τσιρατίζω [tsiraˈtizo] Σινασσ. τσιραΐζω [tsira'izo] Μισθ. Αόρ. σιτσ̑ιράτ’σα [sitʃiˈratsa] Μαλακ., Φερτάκ. σιτσ̑ιράσα [sitʃiˈrasa] Τελμ. σιτσ̑ιράισα [sitʃiˈraisa] Σίλ. Από το αόρ. sıçradı του τουρκ. ρ. sıçramak = εκτινάσσομαι, τινάζομαι, όπου και διαλεκτ. τύπ. sıçıramak. Πβ. και sıçratmak = πιτσιλίζω.
1. Για υγρό, εκτοξεύομαι σε μορφή σταγόνας, πιτσιλίζω Ουλαγ., Φάρασ. : Ντο λερό σιτσιραdά (Το νερό εκτοξεύεται σε μορφή σταγόνας) Ουλαγ. -Κεσ.
2. Πηδώ προς τα πάνω, τινάζομαι, πετιέμαι ό.π.τ. : Και μί το πέρνανεν, σιτσ̑ιράσεν σου qοτζ̑ά qαριδιού σο παράφτερο ένα γιουνgά (Και καθώς περνούσε, ένα πελεκούδι πετάχτηκε μέσα στην φούστα της γριάς γυναίκας) Τελμ. -Dawk. Πατισ̑άχου ντο κορίσ̑’ έβηχσε, και το μο̈χΰρ άπ’ το στόμα τ’ σιτσ̑ιράτ’σε (Η κόρητου βασιλιά έβηξε και το δαχτυλίδι με το σφραγιδόλιθο πετάχτηκε από το στόμα της) Φερτάκ. -Dawk. Το λαχτόρι […] στέρου σιτσιράτσεν σ’ απού τη χαραή (Ο κόκορας ύστερα πήδηξε στη μούρη της αλεπούς) Φάρασ. -Παπαδ. Τσιράδα γούπα τσ’ έλα τσιαού (Πήδα το χαντάκι και έλα εδώ) Μισθ. -Κοτσαν.
3. Έχω ρίγη Σίλ. : Σιτσ̑ιράισα οπ’ κιρυό (Με έπιασε ρίγος από το κρύο) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6
4. Μτφ., αιφνιδιάζομαι Φλογ.
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026