σιτάρι
(ουσ. ουδ.)
σιτάρι
[siˈtari]
Ποτάμ.
σ̑ιτάρ'
[ʃiˈtar]
Ανακ.
στάρι
[ˈstari]
Σίλ., Τελμ., Τροχ.
στάρ’
[ˈstar]
Φερτάκ.
Από το μεταγν. ουσ. σιτάριον, υποκορ. του σῖτος. Ο τύπ. στάρι μεσν.
Σιτάρι
ό.π.τ.
:
Στο δρόμο ραίνουν στάρι, ρύζ̑ι, σταφίδες κουφέτι
(στον δρόμο ραίνουν στάρι, ρύζι, σταφίδες, κουφέτα)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Σπέριξαμ' σιτάρια, κουκιά, φασόλια
(σπέρναμε σιτάρι, κουκιά, φασόλια)
Ποτάμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
γέννημα :3, κοκκί :3, ταχίλ
Τροποποιήθηκε: 25/02/2026