σιρτές
(ουσ.)
σ̑ιρτές
[ʃirˈtes]
Μαλακ.
Από τουρκ. ουσ. şirden = α) το τέταρτο τμήμα του στομάχου των μηρυκαστικών β) (διαλεκτ. σημ.) παχύ έντερο αιγοπροβάτων.
Το παχύ έντερο
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025