σιρόπι
(ουσ. ουδ.)
σιρόπ'
[siˈrop]
Αξ., Γούρδ., Τροχ.
σ̑ορόπι
[ʃοʹropi]
Τσουχούρ., Φάρασ.
σορόπ'
[soʹrop]
Σινασσ.
Από το μεσν. ουσ. σιρόπιον (< ιταλ. sciroppo).
Σιρόπι
ό.π.τ.
:
Ντράνα, το πεκμέζ’ κείται ένα γλυκό σιρόπ’
(Κοίτα, το πετιμέζι είναι ένα γλυκό σιρόπι)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Βράζουμι το σ̑ορόπι γιαρίμι σαχάτι
(Βράζουμε το σιρόπι μισή ώρα)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026