σιρμαλού
(επίθ.)
σι̂́ρμαλού
[sɯrmaˈlu]
Μαλακ.
Από το τουρκ. επίθ. sırmalı = διακοσμημένος ή κεντημένος με ασημοκλωστή ή χρυσοκλωστή.
Xρυσοκέντητος
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025