ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σκάβω (ρ.) σκάβω [ˈskavo] Μαλακ. σκάφτω [ˈskafto] Ανακ., Ποτάμ., Σινασσ., Τελμ., Φλογ. σκάφτου [ˈskaftu] Μαλακ., Σίλ. Παρατατ. σκάφτισκα [ˈskaftiska] Μαλακ., Ποτάμ., Σινασσ. σκάφτισ̑κα [ˈskaftiʃka] Ανακ. Αόρ. έσκαψα [ˈeskapsa] Μαλακ., Τελμ., Φλογ. Από το αρχ. ρ. σκάπτω με ανομ. τρόπου άρθρωσης [pt > ft] ή με μεταπλ. σε -βω με βάση το θ. του αορ. Ο τύπ. σκάβω νεότ.
1. Σκάβω ό.π.τ. : Πότε σκάφτουνε εργάτοι, ήβραν του Αλέξαντρου τα μονέδια (Όταν έσκαβαν κάτι εργάτες, βρήκαν νομίσματα του Μεγαλέξαντρου) Ανακ. -ΚΜΣ-ΚΠ151 Με τα χέρα τ΄ έσκαψεν το μορμόδι τ' (Με τα χέρια του έσκαψε τον τάφο του) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Έσκαψεν σο μεϊdέν γερί τρία qουγίδια, και πίχωσέν dα άσα μέσα κάτω (Έσκαψε στη μέση της πλατείας τρεις λάκκους και τις έχωσε μέσα ως τη μέση) Τελμ. -Dawk. Εγώ μαυτό μου έσκαψα ένα πατός για τα κρασιά (Εγώ μόνος μου έσκαψα έναν ληνό για τα κρασιά) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. || Παροιμ. Όποιος σκάφτ' αλλονού λάκκο πέφτ' ο ίδιος (Όποιος σκάβει τον λάκκο του άλλου πέφτει ο ίδιος μέσα) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. γρύχω, γιαρντώ :2, ρύσσω, καζντώ
2. Καλλιεργώ Ανακ., Τελμ. : Τα σκάφταμε, δεν τ'αφήνισκαμ’ (Τα καλλιεργούσαμε, δεν τα αφήναμε) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Μαυτά μας σκάφτισ̑καμ' τα (Εμείς οι ίδιοι τα καλλιεργούσαμε) Ανακ. -Cost. Εγώ μέρωνα τα παιδιά και μάνα μ' σο χωράφ' πήαινεν, σκάφτισ̑κεν (Εγώ κρατούσα τα παιδιά, και η μάνα μου πήγαινε στο χωράφι, έσκαβε) Ανακ. -Cost.
Τροποποιήθηκε: 22/10/2025