σκατιάρης
(ουσ. αρσ.)
σκατιάρης
[skaˈtçaris]
Μισθ.
σκατιάρ'
[skaˈtçar]
Αξ.
Από το ουσ. σκατό και το παραγωγ. επίθμ. -ιάρης.
1. Χέστης
Αραβαν.
2. Μτφ., ο μικρός άτακτος και ναζιάρης
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025