σκάζω
(ρ.)
σκάζου
[ˈskazu]
Μισθ.
σκάνω
[ˈskano]
Αραβ., Μαλακ.
Υποτ.
σκάσω
[ˈskaso]
Ανακ., Σινασσ.
σκάσου
[ˈskasu]
Μισθ.
Από το αρχ. ρ. σχάζω = σκίζω, ανοίγω κάτι, με ανομ. τρόπου άθρωσης [sx > sk]. Το σκάνω με μεταπλ. σε -άνω με βάση το θ. του αορ.
1. Σκάζω, ραγίζω
Μαλακ.
:
Σκάνει το ντουβάρι
(Σκάζει το ντουβάρι)
Αραβ.
-ΚΜΣ-ΚΠ163
Συνών.
γιαριλντίζω, κανίζω
2. Πλαντάζω
Ανακ.
:
Εχτροί τ' να σκάσουνε
(Να σκάσουν οι εχθροί)
Ανακ.
-Cost.
|| Φρ.
Να σκἀσ' στα σκιάμνις της
(Να σκάσει στο σκαμνί της˙ κατάρα για τις ετοιμόγεννες, που στην Καππ. γεννούσαν καθιστές)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
|| Ασμ.
- Κόρη μου, δεν παdρεύεσαι να πάρεις νέον άdρα;-Κάλλιο να σκάσ' ο μαύρος σου παρά τον λόγον που 'πες.
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026