σούστα
(ουσ. θηλ.)
σούστα
[ˈsusta]
Αξ., Μισθ., Σίλ.
Νεότ. ουσ. σούστα =καθένα από τα δύο σύσπαστα που συγκρατούν το κέρας του ιστίου στα πλοία, το οπ. από το βεν. susta = σπειροειδές ελατήριο/είδος σχοινιού για το δέσιμο φορτίου. Πβ. και τουρκ. susta.
1. Σούστα, είδος κουμπώματος ρούχων
Σίλ.
:
Σούστα ρε κουbώνει, χαλασμένη ’ναι
(η σούστα δεν κουμπώνει, είναι χαλασμένη)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026