ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σούστα (ουσ. θηλ.) σούστα [ˈsusta] Αξ., Μισθ., Σίλ. Νεότ. ουσ. σούστα =καθένα από τα δύο σύσπαστα που συγκρατούν το κέρας του ιστίου στα πλοία, το οπ. από το βεν. susta = σπειροειδές ελατήριο/είδος σχοινιού για το δέσιμο φορτίου. Πβ. και τουρκ. susta.
1. Σούστα, είδος κουμπώματος ρούχων Σίλ. : Σούστα ρε κουbώνει, χαλασμένη ’ναι (η σούστα δεν κουμπώνει, είναι χαλασμένη) Σίλ. -Κωστ.Σ.
2. Δίτροχη άμαξα Αξ., Μισθ. Συνών. γιαϊλί
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026