τζαμιώνας
(επίθ.)
τζ̑αμιώνας
[dʒaˈmɲonas]
Μισθ.
Από το ουσ. τζάμι και το παραγωγ. επίθμ. -ώνας.
Γυάλινος
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026