τοζλατίζω
(ρ.)
τ͑οζλατίζω
[tʰozlaˈtizo]
Αφσάρ.
τοζλατίζου
[tozlaˈtizu]
Φάρασ.
τ͑οζλετίζω
[tʰozleˈtizo]
Φάρασ.
τοζλαΐζου
[tozla'izu]
Μισθ.
Από το τουρκ. ρ. tozlamak = σκονίζω.
Σκονίζω, σηκώνω σκόνη
ό.π.τ.
:
Τοζλατίζεται η στράτα
(Σκονίζεται ο δρόμος)
Φάρασ.
-Ιορδαν.
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025