τιτσάρος
(ουσ. αρσ.)
τϋτσ̑άρος
[tyˈtʃaros]
Φλογ.
τϋτσ̑άρ
[tyˈtʃar]
Ουλαγ.
τϋτσέρ
[tyˈtser]
Φλογ.
τουτσάρης
[tuˈtsaris]
Τροχ.
Από το τουρκ. ουσ. tüccar (< αραβ. tuccār), όπου και διαλεκτ. τύπ. tuccar = έμπορος.
Έμπορος
ό.π.τ.
:
Ύστερα τϋτσ̑άρος χολιάστεν, και τράν'σεν σο πρόσωπό τ'
(Ύστερα ο έμπορος νευρίασε και κοίταξε το πρόσωπό της)
Φλογ.
-Dawk.
Συνών.
πεζιρκιάνος
Τροποποιήθηκε: 01/06/2026