ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τιτιρεντίζω (ρ.) τιτιρεdίζω [titire'dizo] Αραβαν. τιτιρετίζω [titireˈtizo] Μαλακ. τ͑ιτ͑ιρετίζω [tʰitʰireˈtizo] Φάρασ. τιτιρετίζου [titireˈtizu] Φάρασ. τ͑ιτ͑ιρα̈τίζω [tʰitʰiræˈtizo] Φάρασ. τ͑ιτ͑ιρεdώ [tʰitʰireˈdo] Σίλ. τ͑ιτ͑ιρετώ [tʰitʰireˈto] Φάρασ. τ͑ιτ͑ιρα̈τώ [tʰitʰiræˈto] Αφσάρ., Φάρασ. Αόρ. τιτιρέτσα [titiˈretsa] Μαλακ. τ͑ιτ͑ιρέτ'σα [tʰitʰiˈretsa] Τσουχούρ. Από το τουρκ. ρ. titremek, όπου και διαλεκτ. τύπ. titiremek = τρομάζω.
Αμτβ., τρέμω, τρομάζω ό.π.τ. : Τα γιαβέρια τ' μπιλέ άρχεψαν να τιτιρεdίζουν (Ακόμα και οι υπασπιστές του άρχισαν να τρέμουν) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. τ͑ιτ͑ιρέτ΄σαν τα πράδα του (Έτρεμαν τα πόδια του) Τσουχούρ. -VLACH Τα σ̑έρια του τ͑ιτ͑ιρεντούσι (Τα χέρια του τρέμουν) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών. οϊουκτίζω
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025