τόνγκι
(σύνδ.)
τόνgι
[ˈtonɟi]
Τελμ.
τούνκι
[ˈtunci]
Μαλακ.
Από τον σύνδ. όταν, όπου και τύπ, 'τον, και τον σύνδ. κι (I).
Όταν
Τελμ.
:
Και τόνgι πάν εννιά μήνες
(και όταν πέρασαν εννιά μήνες)
Τελμ.
-Dawk.
β.
Όταν και, όταν δεν
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025