τοπαλαντίζω
(ρ.)
τοπαλατίζω
[topalaˈtizo]
Μαλακ.
τοπαλαΐζου
[topala'izu]
Μισθ.
τοπαλαdώ
[topakaˈdo]
Φάρασ.
τ͑οπαλαdώ
[tʰopala'do]
Σίλ.
τοπαλ-λαdού
[topalla'du]
Ουλαγ.
Αόρ.
τοπαλάτ'σα
[topaˈlatsa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ρ. topallamak = κουτσαίνω.
Κουτσαίνω
ό.π.τ.
:
Σηκώγε να πορπαdήσ̑· τοπαλαdά
(Σηκώθηκε να περπατήσει· κουτσαίνει)
Ουλαγ.
-Dawk.
Tσ̑άκουσα ντου πριάρι μ' τσ̑ι τοπαλαΐζου
(έσπασα το πόδι μου και κουτσαίνω)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025