ταφτά
(ουσ. ουδ.)
ταφτά
[taˈfta]
Μισθ., Ποτάμ.
Νεότ. ουσ. ταφτάς, το οπ. από το τουρκ. tafta (< περσ. tāfte).
Τροποποιήθηκε: 20/01/2026