τραπεζόκκο
(ουσ. ουδ.)
τραπεζόκκο
[trapeˈzoko]
Φάρασ.
τραπεζόκ-κο
[trapeˈzokko]
Φάρασ.
Από το ουσ. τραπἐζι με παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Τραπεζάκι
Φάρασ.
:
«’νοίγου τραπεζόκκο», ’νοίgην το τραπεζόκκο, έφαεν ο δερβίσ̑ης
(«Άνοιξε τραπεζάκι» ανοίγει το μικρό τραπέζι, έφαγε ο δερβίσης· )
Φάρασ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026