τριγύρω
(επίρρ.)
τριγύρω
[triˈʝiro]
Σινασσ.
τρουγιούρ’
[truˈʝur]
Ανακ.
τρουγούρ'
[truˈɣur]
Τζαλ.
Μεσν. επίρρ. τριγύρω.
Τριγύρω
ό.π.τ.
:
|| Ασμ.
Δώσ’ με χιλιούς εμbρός και χίλιους αποπίσω,
και δύο χιλιάδες τριγύρω, τον Κωσταντή να φέρω (δώσε μου χίλιους μπροστά και χίλιους πίσω
και δύο χιλιάδες τριγύρω για να φέρω τον Κωνσταντή) Σινασσ. -Lag. Αν σε δείξω την τέντα μου, πολύ θε να τρομάξεις
Όλα τριγύρω πράσινα κι η μέση του βαμμένη (Αν σου δείξω την σκηνή μου, θα τρομάξεις πολύ
Είναι γύρω γύρω πράσινη και στη μέση αιματοβαμμένη) Σινασσ. -Λεύκωμα
και δύο χιλιάδες τριγύρω, τον Κωσταντή να φέρω (δώσε μου χίλιους μπροστά και χίλιους πίσω
και δύο χιλιάδες τριγύρω για να φέρω τον Κωνσταντή) Σινασσ. -Lag. Αν σε δείξω την τέντα μου, πολύ θε να τρομάξεις
Όλα τριγύρω πράσινα κι η μέση του βαμμένη (Αν σου δείξω την σκηνή μου, θα τρομάξεις πολύ
Είναι γύρω γύρω πράσινη και στη μέση αιματοβαμμένη) Σινασσ. -Λεύκωμα
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026