φτέρνα
(ουσ. θηλ.)
φτέρνα
[ˈfterna]
Αξ., Γούρδ., Μισθ.
Από το αρχ. ουσ. πτέρνα. Ο τύπ. φτέρνα μεσν.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026