φλοίδι
(ουσ. ουδ.)
φλοίδι
[ˈfliði]
Φάρασ.
Από αμάρτ. ουσ. *φλοίδιον, υποκορ. του αρχ. ουσ. φλοιός.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026