φοβέρι
(ουσ. ουδ.)
φοβέρι
[foˈveri]
Ανακ.
φοβόρ'
[foˈvor]
Αξ., Μαλακ., Μισθ., Τροχ.
φοβόρια
[foˈvorʝa]
Μισθ., Τροχ.
Από το ρ. φοβερίζω, όπου και τύπ. φοβορίζω, υποχωρητ.
1. Σκιάχτρο, φόβητρο
ό.π.τ.
:
Χέκουμ' φοβόρια ’ς αμπέλ’
(Βάζουμε σκιάχτρα στ΄ αμπέλι)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Φοβόρ’ ’νταρά εκεί στο σπίτ’ το έχω
(Το έχω σκιάχτρο εκεί στο σπίτι)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1556
Συνών.
αλιμπιλάχος
Τροποποιήθηκε: 29/05/2025