ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φλόρια (ουσ.) φλόρια [ˈflorʝa] Σινασσ. φκιόρε [ˈfcore] Φάρασ. Πληθ. φκιόρες [ˈfcores] Φάρασ. Από το μεταγν. ουσ. φυλλόροια (< φ’λόρροια).
1. Στον πληθ., ξερά φύλλα Σινασσ. Πβ. γαζέλι :2
β. Φυλλόρροια Σινασσ.
2. Πευκοβελόνα Φάρασ.
β. Στον πληθ., φύλλα ελάτου που τίθενται κάτω από τα προσκέφαλα των παιδιών, με αποτροπαϊκή λειτουργία. Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 11/08/2025