φοβεριχτός
(επίθ.)
φοβ'ριχτό
[fovriʹxto]
Τσουχούρ.
Aπό αμάρτ. ρηματ. επίθ. φοβεριστός του ρ. φοβερίζω, πβ. φοβεριστήρι, φοβεριστικός (αρχείο ΙΛΝΕ).
Τροποποιήθηκε: 05/08/2026