ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φοβεριχτός (επίθ.) φοβ'ριχτό [fovriʹxto] Τσουχούρ. Aπό αμάρτ. ρηματ. επίθ. φοβεριστός του ρ. φοβερίζω, πβ. φοβεριστήρι, φοβεριστικός (αρχείο ΙΛΝΕ).
Τρομαχτικός : Πήγανι, είδανι, αμά ήτουν πολύ φοβ'ριχτό, φοήθαν πολύ. (Πήγανε, είδανε, αλλά ήταν πολύ τρομαχτικό, φοβήθηκαν πολύ) Τσουχούρ. -VLACH Συνών. κορχολού, φοβοτερός
Τροποποιήθηκε: 05/08/2026