φιρλατίζω
(ρ.)
φιρλατίζω
[firlaˈtizo]
Φάρασ.
φιρλατώου
[firlaˈtou]
Φάρασ.
Αόρ.
φιρλάτ’σα
[firˈlatsa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. fırlatmak = εκσφενδονίζω.
Τροποποιήθηκε: 24/08/2025