ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φις (επίθ.) φις [fis] Μαλακ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. fış = κούφια αμύγδαλα, καρύδια ή φιστίκια (THADS, λ. fış)
Για καρπούς, κούφιος, τζούφιος : || Φρ. Φις καρύδ’ (Κούφιο καρύδι˙ άηχη πορδή) Μαλακ. -Τζιούτζ.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026