φις
(επίθ.)
φις
[fis]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. fış = κούφια αμύγδαλα, καρύδια ή φιστίκια (THADS, λ. fış)
Για καρπούς, κούφιος, τζούφιος
:
|| Φρ.
Φις καρύδ’
(Κούφιο καρύδι˙ άηχη πορδή)
Μαλακ.
-Τζιούτζ.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026