φύτσης
(ουσ. αρσ.)
φύτσης
[ˈfitsis]
Γούρδ.
Αγν. ετύμ. Πιθ. από μεταγν. ουσ. πύησις = πύον, πυόρροια.
Πυοφύτης, δερματική μολυσματική ασθένεια κυρίως στο κεφάλι των παιδιών
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026