χιζμετλούς
(επίθ.)
χιζμετλούς
[çizmetˈlus]
Φάρασ.
Από το τουρκ. hizmetli = υπηρέτης.
Εξυπηρετικός
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 03/08/2026