χιλιχιλιάδες
(αριθμ.)
χιλιχιλιάες
[çiliçi'ʎaes]
Αξ.
Από το αριθμ. χίλια και το ουσ. χιλιάδες με τροπή [ð] > [ɣ] και αποβολή του μεσοφωνηεντ. [ɣ].
Ένα εκατομμύριο
Τροποποιήθηκε: 03/08/2026